
Εμβληματική μορφή της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής ιστορίας και ταυτόχρονα ένας βαθιά συνειδητοποιημένος Έλληνας, με έντονη αίσθηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, υπήρξε ο Γιώργος Βασιλείου, που έφυγε την Τρίτη 13/1/2026 σε ηλικία 94 ετών. Πολιτικός με διεθνές κύρος, μεταρρυθμιστική σκέψη και ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά και άνθρωπος σεμνός, καλλιεργημένος και προσιτός, δεν έπαψε ποτέ να τιμά τις ρίζες του. Ήταν αναμφίβολα ένας σπουδαίος Έλληνας και, με ιδιαίτερη συγκίνηση, ένας σπουδαίος Αρκάς.
Γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1931 στην Αμμόχωστο της Κύπρου. Πατέρας του ήταν ο Βάσος Βασιλείου, διακεκριμένος οφθαλμίατρος και ενεργό στέλεχος της κυπριακής Αριστεράς, και μητέρα του η Φωφώ Βασιλείου, οδοντίατρος, με καταγωγή από τη Βυτίνα Αρκαδίας, από το ιστορικό γένος Γιαβή. Από το οικογενειακό του περιβάλλον κληρονόμησε τόσο την κοινωνική ευαισθησία όσο και τη βαθιά πίστη στις δημοκρατικές αξίες.
Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, ακολούθησε λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία στο εξωτερικό. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια της Γενεύης, της Βιέννης και της Βουδαπέστης, από το οποίο αναγορεύθηκε διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών. Στη συνέχεια ειδικεύθηκε στο μάρκετινγκ και στην έρευνα αγοράς στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα, αποκτώντας πολύτιμη διεθνή εμπειρία. Το 1962 επέστρεψε στην Κύπρο και ίδρυσε το Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής (ΚΕΜΑ), το οποίο για δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην οικονομική και κοινωνική έρευνα.
Το 1988 εξελέγη Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατερχόμενος ως ανεξάρτητος υποψήφιος, με τη στήριξη του ΑΚΕΛ και ευρύτερων ανεξάρτητων πολιτικών και πνευματικών δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του (1988–1993) κατέβαλε συστηματικές προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού και καθιέρωσε την ευρωπαϊκή προοπτική ως κεντρικό άξονα της κρατικής πολιτικής, με την υποβολή της αίτησης ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μετά την αποχώρησή του από την Προεδρία, παρέμεινε ενεργός στην πολιτική ζωή και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, συμβάλλοντας αποφασιστικά σε μια ιστορική επιτυχία για το νησί.
Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του κατείχε πάντοτε η Βυτίνα. Την επισκεπτόταν όποτε του το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις του, όχι μόνο επίσημα αλλά και ιδιωτικά. Η τελευταία του επίσκεψη πραγματοποιήθηκε επί δημαρχίας Γιάννη Σακελλαρίου, όταν ήρθε διακριτικά και χωρίς καμία δημοσιότητα μαζί με τη σύζυγό του Ανδρούλλα Βασιλείου, παρότι εκείνη την περίοδο κατείχε το αξίωμα της Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σχέση του με τη Βυτίνα ήταν ουσιαστική και βιωματική.
Το 1991, κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Βυτίνα ως εν ενεργεία Προέδρου, ανακηρύχθηκε επίτιμος Πρόεδρος της Παγγορτυνιακής Ένωσης (επί προεδρίας Κώστα Καλύβα) και επίτιμος δημότης Βυτίνας. Στον λόγο του είχε πει τη χαρακτηριστική φράση: «Είμαι Αρκάς, γιατί είμαι Κύπριος», αναφερόμενος στον Αγαπήνορα και τη μετοίκηση των Αρκάδων στην Κύπρο από τα χρόνια του Τρωικού Πολέμου. Συγκινημένος, πρόσθεσε: «Εμείς τα παιδιά της Αρκαδίας τραγουδούσαμε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο».
Ο θάνατός του προκάλεσε κύμα συγκίνησης. Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής εξήρε τη συμβολή του στην ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου και τη μεταρρυθμιστική του παρακαταθήκη. Ο Δήμος Γορτυνίας υπογράμμισε τη βαθιά του σχέση με τη Βυτίνα και την αρκαδική του καταγωγή, ενώ η Παγγορτυνιακή Ένωση τον αποχαιρέτησε ως επίτιμο Πρόεδρό της, αποφασίζοντας την απόδοση τιμών στη μνήμη του.
Η παρακαταθήκη του Γιώργου Βασιλείου παραμένει ζωντανή ως υπόδειγμα πολιτικής αξιοπρέπειας, ιστορικής μνήμης και γνήσιας προσφοράς στον Ελληνισμό.
Δημ. Μητρόπουλος
